Ο ελεγκτικός μηχανισμός του Ν. 4412/2016 για τις ασυνήθιστα χαμηλές προσφορές: με αφορμή την ΣτΕ292/2024

Οι δικηγόροι της εταιρείας μας Χριστίνα Κρικώνη και Απόστολος Σιαπέρας, δημοσίευσαν άρθρο σχετικά με τον  ελεγκτικό μηχανισμό του Ν. 4412/2016 για τις ασυνήθιστα χαμηλές προσφορές: με αφορμή την ΣτΕ292/2024 στο νομικό περιοδικό Νομολογία Δημοσίων Έργων & Περιβάλλοντος (ΝΟ.Δ.Ε.ΠΕ.) 2024, ΤΕΥΧΟΣ 30.

Ι. Εισαγωγικά 

Το Συμβούλιο της Επικρατείας με την υπ’ αριθμ. 292/2024 απόφαση του αντιμετώπισε, μεταξύ άλλων, ένα καίριο ζήτημα ενωσιακού και εθνικού δικαίου, ήτοι αυτό της αξιολόγησης των ασυνήθιστα χαμηλών προσφορών από τις αναθέτουσες αρχές. Ειδικότερα, αναφορικά με τον εντοπισμό και την αξιολόγηση από τις αναθέτουσες αρχές των υποβληθεισών σε μια διαγωνιστική διαδικασία ασυνήθιστα χαμηλών προσφορών, το Ανώτατο Ακυρωτικό, προέβη, με την προαναφερθείσα πρόσφατη απόφασή του, στην ερμηνεία του άρθρου 88 του Ν. 4412/2016, με το οποίο ενσωματώθηκε το άρθρο 69 της Οδηγίας 2014/24/ΕΕ, υπό το φως της νομολογίας του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, συνοψίζοντας τα ήδη υπάρχοντα νομολογιακά δεδομένα και προσαρμόζοντας την ερμηνευτική του προσέγγιση με τις ενωσιακές επιταγές.

 

ΙΙ. Η λειτουργία του μηχανισμού ελέγχου των φαινόμενων ως ασυνήθιστων οικονομικών προσφορών

Το άρθρο 88 του Ν. 4412/2016, με το οποίο ενσωματώθηκε στην έννομη τάξη μας το αντίστοιχο άρθρο 69 της Οδηγίας 2014/24/ΕΕ, συνιστά το νομοθετικό έρεισμα για τον εντοπισμό και έλεγχο των «ύποπτων» χαμηλών προσφορών. Συναφείς διατάξεις αναφορικά με την μεταχείριση των ασυνήθιστα χαμηλών προσφορών είχαν θεσπισθεί και υπό τα προϊσχύσαντα νομικά καθεστώτα και ειδικότερα τα άρθρα 55 της οδηγίας 2004/18/ΕΚ, 30 παρ. 4 της οδηγίας 93/37/ΕΟΚ και 27 της οδηγίας 93/36/ΕΟΚ. Η θέσπιση των διατάξεων αυτών, ήδη στις πρώτες Οδηγίες για τις δημόσιες συμβάσεις, παρείχε στο Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (ήδη ΔΕΕ) την δυνατότητα να προσεγγίσει εξελικτικά τον τρόπο μεταχείρισης των ασυνήθιστα χαμηλών προσφορών, υπό το πρίσμα της προστασίας του ελεύθερου και ανόθευτου ανταγωνισμού, διαμορφώνοντας νομολογιακά δεδομένα, τα οποία πλέον έχουν αποκρυσταλλωθεί τόσο από το ίδιο το ΔΕΕ όσο και από τα εθνικά δικαστήρια.

Οι προαναφερθείσες διατάξεις των Οδηγιών περί των δημοσίων συμβάσεων, τόσο οι προϊσχύσασες και όσο και η ισχύουσα, δεν ορίζουν ρητά την έννοια της ασυνήθιστα χαμηλής προσφοράς[1]. Αντιθέτως, εκ του γράμματος των εν λόγω διατάξεων προκύπτει ότι αρκούνται στην έννοια της οικονομικής προσφοράς, η οποία «φαίνεται» ασυνήθιστα χαμηλή στις αναθέτουσες αρχές, δημιουργώντας αμφιβολίες για την σοβαρότητα και την φερεγγυότητά της[2]. Ο μηχανισμός ελέγχου των «ύποπτων» και προσχηματικών προσφορών συνάπτεται με την προστασία του δημοσίου συμφέροντος και του ελεύθερου ανταγωνισμού, καθώς συνδέεται με την δυνατότητα του προσφέροντος οικονομικού φορέα να εκτελέσει προσηκόντως την υπό ανάθεση σύμβαση[3]. Ειδικότερα, η απόρριψη των ασυνήθιστα χαμηλών προσφορών εξυπηρετεί το δημόσιο συμφέρον, δοθέντος ότι η εκτέλεση της υπό ανάθεση σύμβασης από συμμετέχοντα οικονομικό φορέα που υποβάλλει ασυνήθιστα χαμηλή προσφορά, δημιουργεί τον κίνδυνο της μη εκτέλεσης ή μη προσήκουσας εκτέλεσης από αυτόν, λόγω ανεπάρκειας εργολαβικού κέρδους[4]. Περαιτέρω, με την αποδοχή μιας ασυνήθιστα χαμηλής προσφοράς ελλοχεύει ο κίνδυνος της νόθευσης του ανταγωνισμού και παραβίασης της αρχής της ίσης μεταχείρισης των οικονομικών φορέων και της διαφάνειας των διαγωνιστικών διαδικασιών[5], ήτοι αρχών που έχουν αναχθεί σε θεμελιώδεις ενωσιακές αρχές του δικαίου των δημοσίων συμβάσεων, μέσω της μεθόδευσης του αποκλεισμού έτερων οικονομικών φορέων με την προσφορά  «αδικαιολόγητα χαμηλού, σε σχέση με τα κρατούντα στην αγορά, τιμήματος»[6].

Προκειμένου να διαφυλαχθεί η τήρηση των ανωτέρω θεμελιωδών αρχών, η διάταξη του άρθρου 88 του Ν. 4412/2016 παρέχει στις αναθέτουσες αρχές την δυνατότητα να απαιτούν από τους οικονομικούς φορείς, των οποίων οι προσφορές «φαίνονται» ασυνήθιστα χαμηλές, εξηγήσεις ως προς το προτεινόμενο κόστος, εντός ανατρεπτικής προθεσμίας είκοσι (20) ημερών. Μια πρώτη ερμηνευτική προσέγγιση του αντίστοιχου άρθρου 69 της Οδηγίας 2014/24/ΕΕ επιχειρείται από την ίδια την Οδηγία με την υπ’ αριθμόν 103 αιτιολογική σκέψη. Σύμφωνα με την προαναφερθείσα σκέψη «Οι προσφορές που φαίνονται αφύσικα χαμηλές σε σχέση με τα έργα, τα αγαθά ή τις υπηρεσίες ενδέχεται να βασίζονται σε τεχνικά, οικονομικά ή νομικά αβάσιμες παραδοχές ή πρακτικές. Σε περίπτωση που ο προσφέρων δεν μπορεί να παράσχει ικανοποιητική εξήγηση, η αναθέτουσα αρχή θα πρέπει να δικαιούται να απορρίψει την προσφορά. Η απόρριψη θα πρέπει να είναι υποχρεωτική σε περιπτώσεις όπου η αναθέτουσα αρχή έχει διαπιστώσει ότι η ασυνήθιστα χαμηλή τιμή ή το ασυνήθιστα χαμηλό κόστος που προτείνεται είναι αποτέλεσμα της μη συμμόρφωσης με υποχρεωτική ενωσιακή νομοθεσία ή συμβατή προς αυτή εθνική νομοθεσία στους τομείς του κοινωνικού, εργατικού ή περιβαλλοντικού δικαίου, ή με διατάξεις του διεθνούς εργατικού δικαίου».

Αφετηρία για την ενεργοποίηση του μηχανισμού του άρθρου 88 του Ν. 4412/2016 και την αξιολόγηση των υποβληθεισών προσφορών ως προς τον τυχόν ασυνήθιστα χαμηλό χαρακτήρα τους συνιστά καταρχήν, ως εκτέθηκε και ανωτέρω, η ύπαρξη αμφιβολιών ως προς την σοβαρότητα και την αξιοπιστία τους.[7] Οι αμφιβολίες ως προς την φερεγγυότητα της προσφοράς του συμμετέχοντος οικονομικού φορέα προκύπτουν καταρχήν από μία prima facie κρίση της αναθέτουσας αρχής ως προς τον χαρακτήρα της υποβληθείσας προσφοράς[8], δοθέντος ότι δεν υφίσταται σχετική μέθοδος υπολογισμού για την εφαρμογή των παρ. 1 έως 3 του άρθρου 88[9]. Αντιθέτως, ειδικώς για τις συμβάσεις έργων, μελετών, παροχής τεχνικών και λοιπών συναφών επιστημονικών υπηρεσιών, τεκμαίρονται ως ασυνήθιστα χαμηλές προσφορές σύμφωνα με τη διάταξη της παρ. 5α του προαναφερθέντος άρθρου, οι προσφορές που εμφανίζουν απόκλιση μεγαλύτερη των δέκα (10) ποσοστιαίων μονάδων από τον μέσο όρο του συνόλου των εκπτώσεων των παραδεκτών προσφορών που υποβλήθηκαν. Η εν λόγω ρύθμιση αναφορικά με τις ανωτέρω συμβάσεις προστέθηκε με το άρθρο 32 του Ν. 4782/2021. Σύμφωνα, δε, με την αιτιολογική έκθεση, με την συγκεκριμένη τροποποίηση “προτείνεται η λήψη δέσμης μέτρων για να καταπολεμηθεί το φαινόμενο των ασυνήθιστα χαμηλών προσφορών, που οδηγεί σε υποκοστολογημένες προσφορές με συνακόλουθη αδυναμία ολοκλήρωσης του έργου και εμφάνισης σοβαρών ποιοτικών προβλημάτων, ενώ συγχρόνως διογκώνεται το φαινόμενο των συμπληρωματικών συμβάσεων. Στο πλαίσιο αυτό καθορίζεται ένα συνδυασμένο όριο έκπτωσης άνω του οποίου ο οικονομικός φορέας υποχρεούται μετά από πρόσκληση της αναθέτουσας αρχής να υποβάλλει έγγραφες εξηγήσεις, τυχόν δε άρνησή του επάγεται την κήρυξη της προσφοράς του ως απαράδεκτης και καταπίπτει η εγγυητική επιστολή συμμετοχής». Ωστόσο, σε κάθε περίπτωση, από το γράμμα της ίδιας διάταξης προκύπτει ότι η αναθέτουσα αρχή δύναται να κρίνει ότι συνιστούν ασυνήθιστα χαμηλές προσφορές και προσφορές με μικρότερη ή καθόλου απόκλιση από το ως άνω όριο. Πάντως, η ερμηνεία που δίδεται σχετικά με την ενεργοποίηση του μηχανισμού ελέγχου των ασυνήθιστα χαμηλών προσφορών εφαρμόζεται mutadis mutandis και στις προσφορές που τεκμαίρονται ασυνήθιστα χαμηλές, δυνάμει του άρθρου 88 παρ. 5 α του οικείου νόμου[10].

Από το γράμμα των εν λόγω ρυθμίσεων επάγεται ότι οι αναθέτουσες αρχές διαθέτουν ευρεία διακριτική ευχέρεια, ελεγκτέα δικαστικά ως προς την υπέρβαση των άκρων ορίων της, αναφορικά με τον χαρακτηρισμό μια οικονομικής προσφοράς ως ασυνήθιστα χαμηλής[11]. Πρέπει, δε, να επισημανθεί ότι οι αναθέτουσες αρχές οφείλουν να προβαίνουν στην εκτίμηση της προσφοράς ως ασυνήθιστα χαμηλής «σε σχέση με την παροχή». Κριτήριο, δηλαδή, ως προς την κρίση αυτή σύμφωνα με τις επιταγές της ενωσιακής νομολογίας θα πρέπει να αποτελούν και «όλα τα κρίσιμα στοιχεία όσον αφορά στην επίμαχη παροχή υπηρεσιών»[12]. Είναι, δηλαδή, κρίσιμο να λαμβάνονται υπόψιν η φύση και τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της υπό ανάθεση σύμβασης και του διαγωνιζομένου[13].

Εφόσον κατά την άσκηση της διακριτικής τους ευχέρειας, οι αναθέτουσες αρχές διαπιστώσουν ότι οι ενδείξεις της υποβληθείσας «ύποπτης» οικονομικής προσφοράς είναι επαρκείς για να τη χαρακτηρίσουν ασυνήθιστα χαμηλή, οφείλουν, κατά δέσμια αρμοδιότητα[14], να καλέσουν τον διαγωνιζόμενο προς παροχή των αναγκαίων διευκρινίσεων, εντός της αποκλειστικής προθεσμίας των είκοσι ημερών. Ο χαρακτηρισμός μιας προσφοράς ως ασυνήθιστα χαμηλής δεν δύναται να οδηγεί σε αυτόματη, άνευ ετέρου, απόρριψη της προσφοράς του συμμετέχοντος οικονομικού φορέα, χωρίς να έχει προηγηθεί πρόσκληση από την αναθέτουσα αρχή για παροχή εξηγήσεων[15], ακόμη κι αν έχει καθοριστεί συγκεκριμένο μαθηματικό κριτήριο για τον εντοπισμό των ασυνήθιστα χαμηλών προσφορών[16]. Ως έχει κριθεί από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης και υπό τις προϊσχύσασες Οδηγίες, δοθείσης της  έλλειψης καθορισμού της έννοιας και του τρόπου υπολογισμού των ασυνήθιστα χαμηλών προσφορών, η υιοθέτηση ενός κατώτατου ορίου, «κατωφλιού» ως τεκμηρίου  ασυνήθιστα χαμηλής προσφοράς  εναπόκειται στην ευχέρεια του κράτους – μέλους[17].

Τα ειδικότερα στοιχεία που θα πρέπει να περιλαμβάνονται στην αιτιολόγηση της οικονομικής προσφοράς από τον διαγωνιζόμενο, τα οποία συνάμα συνιστούν και κριτήρια που λαμβάνει υπόψιν η αναθέτουσα αρχή για την εκτίμηση μίας προσφοράς ως ασυνήθιστα χαμηλής[18], προβλέπονται, ενδεικτικώς πάντως και όχι περιοριστικώς, στην παρ. 2 του άρθρου 88 του οικείου νόμου.

 

ΙΙΙ. Η απαίτηση για σαφήνεια της πρόσκλησης ως αφετηρία της «κατ’ αντιπαράθεση διαδικασίας» 

Η διαδικασία παροχής διευκρινίσεων ως προς την σύνθεση της οικονομικής προσφοράς καθίσταται λυσιτελής, εφόσον η πρόκληση που απευθύνει η αναθέτουσα αρχή στον διαγωνιζόμενο είναι σαφής και καθορίζονται σε αυτήν επακριβώς τα συγκεκριμένα κρίσιμα εκείνα στοιχεία της οικονομικής προσφοράς που εγείρουν αμφιβολίες ως προς την σοβαρότητα και την αξιοπιστία της[19]. Στο πλαίσιο της προαναφερθείσας απαίτησης για σαφήνεια της πρόσκλησης, εάν διαπιστώνεται ότι η σχετική πρόσκληση είναι ασαφής και αόριστη, με αποτέλεσμα την αντίστοιχη αοριστία των απαντήσεων του οικονομικού φορέα, είναι θεμιτό να απευθύνεται εκ νέου πρόσκληση προς τον διαγωνιζόμενο, συγκεκριμενοποιώντας τα σημεία εκείνα που εξακολουθούν να δημιουργούν αμφιβολίες ως προς την σοβαρότητα και την αξιοπιστία της προσφοράς[20]. Πρέπει, ωστόσο, να επισημανθεί ότι η υποχρέωση κλήσης του οικονομικού φορέα με ειδική και σαφή πρόσκληση, εφόσον τούτη έχει τηρηθεί, δεν εξικνείται έως το σημείο της κατ’ επανάληψη κλήσης του προσφέροντα προκειμένου να αποσαφηνίζει κάθε φορά τα ελλείποντα σημεία της αιτιολόγησης της προσφοράς του[21].

Ενόψει των ανωτέρω, επισημαίνεται ότι η ενεργοποίηση της διαδικασίας του άρθρου 88 του Ν. 4412/2016 με την παροχή σχετικών διευκρινίσεων, βασίζεται στην έννοια της διαβούλευσης[22]. Η προαναφερθείσα διαδικασία εντοπισμού της ασυνήθιστα χαμηλής προσφοράς από την αναθέτουσα αρχή και αποστολής σχετικής πρόσκλησης αιτιολόγησης προς τον προσφέροντα, με την οποία εφαρμόζονται τα νομολογιακά πορίσματα του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, βασίζεται στο πρότυπο της «ουσιαστικής κατ’ αντιπαράθεση διαδικασίας»[23], ενός «διαλόγου»  – «συνεννόησης»[24] μεταξύ του οικονομικού φορέα και της αναθέτουσας αρχής. Ο πρωταρχικός, δε, στόχος της διαδικασίας αυτής συνίσταται στη διασφάλιση του υγιούς και ανόθευτου ανταγωνισμού και της αποτροπής αυθαίρετων κρίσεων της αναθέτουσας αρχής, εξετάζοντας τις κριθείσες ως «ύποπτες» προσφορές σε ένα πλαίσιο διαφάνειας και ίσης μεταχείρισης των οικονομικών φορέων[25], αρχές που αποτελούν, άλλωστε, τον ακρογωνιαίο λίθο του δικαίου των δημοσίων συμβάσεων. Η διαδικασία παροχής των ζητούμενων διευκρινίσεων σε ένα πλαίσιο “συνεννόησης” με τον προσφέροντα ολοκληρώνεται νομίμως εφόσον διασφαλίζεται ότι η αναθέτουσα αρχή έχει παράσχει στον διαγωνιζόμενο την δυνατότητα να αιτιολογήσει λυσιτελώς την προσφορά του και έχει σχηματίσει ασφαλή κρίση ως προς την σύνθεση της[26]. Η αναθέτουσα αρχή, τηρουμένης της διαδικασίας ακρόασης του διαγωνιζομένου,  δύναται να απορρίψει την προσφορά μόνο εάν κρίνει ότι τα στοιχεία της παρεχόμενης αιτιολογίας δεν αποσαφηνίζουν ικανοποιητικά και επαρκώς τον ασυνήθιστα χαμηλό χαρακτήρα της προσφοράς[27]. Στην περίπτωση, όμως, που η διαδικασία ολοκληρωθεί θετικά, με την αποδοχή της οικονομικής προσφοράς του διαγωνιζομένου, οι παρεχόμενες εξηγήσεις συνιστούν δεσμευτικές συμφωνίες και τμήμα της υπό ανάθεση σύμβασης[28]. Συνεπώς, προκειμένου να γίνει αποδεκτή η προσφορά, η παροχή των σχετικών εξηγήσεων θα πρέπει να κατατείνει στην ενδυνάμωση της αξιοπιστίας και της σοβαρότητας της προσφοράς και να αποδεικνύει ότι ο ασυνήθιστα χαμηλός χαρακτήρας της, δεν θα επιδράσει στην ορθή εκτέλεση της σύμβασης[29].

 

IV. Συμπέρασμα

            Καταληκτικά, πρέπει να επισημανθεί ότι η λυσιτέλεια της διαδικασίας αξιολόγησης των ασυνήθιστα χαμηλών προσφορών μπορεί να επιτευχθεί μόνο μέσω της αυστηρής τήρησης των προϋποθέσεων που τίθενται από την ενωσιακή νομολογία, σε ένα πλαίσιο «διαβούλευσης». Τούτο, απαιτεί, καταρχήν, οι αναθέτουσες αρχές, εκτιμώντας εντός των ορίων της διακριτικής τους ευχέρειας, να εντοπίζουν πράγματι τις «ύποπτες» οικονομικές προσφορές, που ενδέχεται να παρεμποδίσουν την ορθή εκτέλεση της σύμβασης και εν τέλει την ικανοποίηση κατά τον βέλτιστο τρόπο του επιδιωκόμενου με την υπό ανάθεση σύμβαση δημοσίου σκοπού. Προς τούτο, είναι αναγκαίο η αναθέτουσα αρχή να απευθύνει εξαρχής με σαφή και ορισμένο τρόπο την σχετική πρόσκληση αιτιολόγησης της προσφοράς προς τους οικονομικούς φορείς, ώστε κατόπιν πραγματικού και ουσιαστικού διαλόγου, να αποσαφηνίζονται πλήρως τα αμφισβητούμενα στοιχεία και να διασφαλίζεται τόσο η προστασία του ανταγωνισμού όσο και η εκτέλεση της σύμβασης με τους καλύτερους δυνατούς όρους για την αναθέτουσα αρχή. Η διαδικασία, δηλαδή, ελέγχου της ασυνήθιστα χαμηλής προσφοράς, αν και εντάσσεται διαδικαστικά στο προσυμβατικό στάδιο και συγκεκριμένα στο στάδιο ελέγχου της νομιμότητας της προσφοράς, διαφέρει αυστηρά τόσο σε επίπεδο διαδικαστικό όσο και ουσιαστικό από τον συνήθη έλεγχο της νομιμότητας των προσφορών, όπου βασιλεύει η αρχή της τυπικότητας, που αγγίζει συχνά τα όρια της «τυπολατρίας».  Οι αποφάσεις, δε, τόσο της ΕΑΔΗΣΥ[30] όσο και των Δικαστηρίων[31] φαίνεται να αντιλαμβάνονται την διαφοροποίηση αυτή, αφού προκρίνουν στις κρίσεις τους την συνέχιση του διαλόγου με μόνη επιδίωξη την διαπίστωση του όντως ασυνήθιστα ή μη χαμηλού της οικονομικής προσφοράς. Θα μπορούσε άραγε η διαδικασία αξιολόγησης του ασυνήθιστα χαμηλού των οικονομικών προσφορών που ερείδεται στην ουσία και όχι στον τύπο, να αποτελέσει το «καλό παράδειγμα» και την αφορμή να επανεξεταστεί η ομολογουμένως υπερβολική τυπικότητα στα πλαίσια του συνήθη ελέγχου των προσφορών;

[1] Ράικος Δ./Βλάχου Ε./Σαββίδη Ε., Δημόσιες Συμβάσεις – Ν. 4412/2016 – Ερμηνεία κατ’ άρθρο, Άρθρο 88, 89, τομ. 1, Σάκκουλας, 2018,  διαθέσιμο σε: www.sakkoulas-online.gr

[2]Ράικος Δ./Βλάχου Ε./Σαββίδη Ε., ο.π.,   Απόφαση Γενικού Δικαστηρίου της 11.5.2010, υπόθεση T-121/08, PC-Ware Information Technologies BV κατά Ευρωπαϊκής Επιτροπής, σκ. 72.

[3] Γεωργαλής Φ. – Ε., Ασυνήθιστα χαμηλή προσφορά σε διαδικασία ανάθεσης δημόσιας σύμβασης σε ΕΕΕυρΔ, 2/2023, σελ. 225-228, διαθέσιμο σε: www.sakkoulas-online.gr

[4] Βλαχόπουλος Σ., Ένωση Διοικητικών Δικαστών/ Ενιαία Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Συμβάσεων (Ε.Α.Α.ΔΗ.ΣΥ.), Δημόσιες συμβάσεις – Κρίσιμα θέματα και νεότερες εξελίξεις, Σάκκουλας, 2021, σελ. 415

[5] Βλαχόπουλος Σ.,ο.π., σελ. 415

[6] Γέροντας Α., Δίκαιο δημοσίων συμβάσεων, Σάκκουλας, 2024, σελ.  159, ΔΕφΛαρ (Ακυρ) 69/2023

[7] ΣτΕ 292/2024, ΣτΕ (Τμ. Δ’) 1555/2022, ΣτΕ 726/2022, ΣτΕ 832/2021, ΔΕΕ C-367/19, CURIA

[8] ΣτΕ 726/2022, ΣτΕ ΕΑ 208/2020, ΣτΕ ΕΑ 165/2020, ΣτΕ ΕΑ 164/2020, ΣτΕ ΕΑ 12/2020, ΔΕΦΘεσ 182/2024

[9] ΣτΕ 292/2024, 726/2022

[10] ΣτΕ 292/2024, σκ. 13

[11] ΣτΕ 726/2022, ΣτΕ 154/2021, ΔΕΦΘεσ 182/2024, ΔΕφΘεσ 177/2024, ΔΕφΠειρ 156/2024, ΔΕφΙωαν 31/2024

[12]  ΔΕΕ C‑568/13, σκ. 50, CURIA

[13] Ράικος Δ./Βλάχου Ε./Σαββίδη Ε., ο.π.

[14] Βλαχόπουλος Σ., σελ. 419

[15] Ράικος Δ./Βλάχου Ε./Σαββίδη Ε., ο.π.

[16] Καμπίτσης Η. σε Δημόσιες Συμβάσεις – Ν. 4412/2016, Επιμέλεια: Ε.- Ε. Κουλουμπίνη, Η. Μάζος, Ι. Κίτσος, 2019, Νομική Βιβλιοθήκη, διαθέσιμο σε: QUALEX, ΔΕΕ C-285/99 και C-286/99, σκ. 73,  CURIA , Προτάσεις Γενικού Εισαγγελέα ΔΕΕ C- 285/99 και C – 286/99, σκ. 31,32, CURIA

[17] ΔΕΕ C‑568/13, σκ. 49, CURIA, ΔΕΕ  C- 285/99 και C – 286/99, σκ. 49, CURIA

[18] Βλαχόπουλος Σ., σελ. 419

[19] ΣτΕ 292/2024, ΔΕφΚομ 13/2024, ΔΕφΚομ 9/2024, ΔΕφΘεσ 431/2023, Γέροντας Α., Δίκαιο δημοσίων συμβάσεων, Σάκκουλας, 2024, σελ.  162

[20] ΣτΕ 199/2021, σκ. 10

[21] ΣτΕ 292/2024, ΣτΕ 2128/2022

[22] ΣτΕ 292/2024, ΣτΕ 1555/2022

[23] C‑568/13, σκ. 48, CURIA, C‑599/10, σκ. 29, CURIA ΣτΕ 1555/2022, ΣτΕ 2128/2022, ΣτΕ 199/2021, ΔΕφΑθ 2071/2021, ΔΕφΑθ 1037/2021

[24] ΔΕΕ C-367/19,σκ. 33, CURIA

[25] ΣτΕ 292/2024, ΔΕΕ C- 367/19 σκ. 34, CURIA

[26] ΣτΕ 2128/2022, ΔΕφΚομ 57/2023

[27] Γέροντας Α., ο.π., σελ.  164

[28] ΣτΕ 1555/2022

[29] ΔΕΕ C- 367/19, CURIA σκ. 32, ΣτΕ 1555/2022

[30] βλ. ενδεικτικά ΕΑΔΗΣΥ 617/2024, ΕΑΔΗΣΥ 1378/2023

[31] ΣτΕ 292/2024, ΔΕφΘεσ 431/2023

Search